Διήγημα της Ειρήνα Αναστασιάδου*
Εκεί, κάτω απ τα πόδια μου απλώνεται σαν γιγάντιος λευκός γλάρος, η χώρα της Τήνου. Την κοιτάζω σαν να τη βλέπω για πρώτη φορά. Κάνει ζέστη. Υπερβολική ζέστη για πρώτες μέρες του Μάη. Η απαλή, ασημένια επιφάνεια της θάλασσας με καλεί να βουτήξω στα δροσερά νερά της. Το σκούτερ μου που το είχα παρκάρει στην άκρη του δρόμου ζεστάθηκε στον ήλιο. Από τη γη ανεβαίνει μια βαριά, γλυκιά μυρωδιά. Ανάβω τη μηχανή και βάζω ταχύτητα. Μπροστά μου βλέπω ένα ζευγάρι να κατεβαίνει την απότομη στροφή. Κάτι παράξενο υπάρχει στον τρόπο που η μικροκαμωμένη γυναίκα κρατάει έναν σωματώδη ασπρομάλλη άντρα. Κάτι προστατευτικό και τρυφερό. Κόβω ταχύτητα και τους κοιτάω πιο προσεκτικά. Αυτός φοράει ένα παλιό γκρίζο πουκάμισο με σηκωμένα μανίκια και ένα μάλλινο σκούφο στα μαλλιά του. Η γυναίκα είναι ντυμένη με ένα παλιομοδίτικο χρωματιστό φουστάνι. Με το δεξί της χέρι τον κρατάει αγκαζέ, ενώ στο αριστερό της χέρι σφίγγει ένα άσπρο περιστέρι. Έτσι, προχωρούν στην κάψα με βήμα αργό, μετρημένο. Από τη γη ανεβαίνει μια βαριά, γλυκιά μυρωδιά. Το θυμάρι βγάζει ένα πικρό άρωμα. Mοσχοβολάνε τα σπάρτα. Το μεθυστικό, βαρύ άρωμα μπαίνει στα πνευμόνια μου και κατακαθίζει πάνω τους. Φθάνοντας πλάι στο ζευγάρι σταματώ το σκούτερ.
– Καλημέρα – λέω.
– Καλημέρα – απαντάει άχρωμα η γυναίκα.
– Πάτε στη χώρα;
– Στη χώρα.
– Κοιτάξτε, θα ήθελα να σας πάρω κάτω. Αλλά μπορώ να πάρω τον έναν από σας και έπειτα να ξαναγυρίσω για να πάρω και τον άλλον…
Την κοιτάζω ερωτηματικά. Στο κουρασμένο της πρόσωπο ζωγραφίζεται η ευγνωμοσύνη. Το περιστέρι χτυπιέται μέσα στο χέρι της. Εκείνη σφίγγει το πουλί πιο δυνατά, χωρίς να ελευθερώσει το δεξί της χέρι.
– Να ‘σαι καλά – μου λέει. – Αλλά εκείνος δεν μπορεί.
Και κοιτάζει τον άντρα της με ένα βλέμμα μητρικό. Τον κοιτάζω κι εγώ.
– Έχασε το φως του – λέει εκείνη με προσποιητή αδιαφορία.
Το πρόσωπό του στρέφεται προς το μέρος που νόμιζε πως στέκομαι. Τα νεκρά του μάτια ψάχνουν τα δικά μου, τα ζωντανά. Με τα δάχτυλά του, παραμορφωμένα από τη δουλειά, σφίγγει τρυφερά το χέρι της γυναίκας. Στον ήλιο γυαλίζει η βέρα που ενσωματώθηκε στο δάχτυλό του. Δάκρυα γεμίζουν την καρδιά μου.
– Σ’ ευχαριστώ – μου λέει η γυναίκα – και καλή σου μέρα.
Με υπερηφάνεια σφίγγει το χέρι του άντρα της. Προχωράνε μπροστά. Με βήμα αργό, μετρημένο. Τους ακολουθώ με τα μάτια. Για μια στιγμή χάνονται στη στροφή του δρόμου. Εμφανίζονται ξανά, ακριβώς από κάτω μου. Ο δρόμος ξετυλίζεται σαν φίδι, κατεβαίνοντας στην απαλή, ασημένια θάλασσα. Μια στροφή ακόμη. Άλλη μια. Εγώ κοιτούσα και ξανακοιτούσα το ζευγάρι.