Η γειτονιά μας της Μαλαματένιας

Φαέθων Γρυπάρης, Οικογενειακή Φωτογραφία

Τα παλιά τα χρόνια, όταν ήμαστε παιδιά η ζωή ήταν απλή. Στις δυο γωνιές
του παλιού δρόμου της Παναγίας απέναντι ο Αλικάρης κι ο Μακαρώνας τα
μπακάλικα, με τσουβάλια ρύζι, φακές, ρεβίθια κ.α. και τη σέσουλα για να
γεμίζει τις χάρτινες σακούλες, τη σιδερένια ζυγαριά με τα βάρη στο πλάι,
το κασέρι, τις σαρδέλες και τις ρέγκες στα ξύλινα κουτιά τους , τα
μπαχάρια, τις κονσέρβες. Μπερδεύονταν οι μυρωδιές όλων αυτών και σου
γαργαλούσαν τη μύτη με το έμπα στο μαγαζί. Πλάι στον πάγκο το μολύβι με
το τεφτέρι, που σημείωνε τα ψώνια, ώστε πότε – πότε να ξεχρεώνουν οι
πελάτες τα βερεσέδια. Στον δρόμο αυτό, πίσω από τη μεγάλη μαρμάρινη
βρύση ο φούρνος του Αντρέα με το μοσχομυριστό πρωινό φρέσκο ψωμί. Τις
Κυριακές και το ταψί κάθε νοικοκυράς άλλαζε τις μυρωδιές με το κρέας ή
το κοτόπουλο και γύρω πατάτες ή κριθαράκι.   Νωρίς -νωρίς ακούγονταν από
μακριά κι ο ψαράς που περιφέρονταν στις γειτονιές διαλαλώντας την ψαριά
της ημέρας. Πιο πέρα , ο Πλαστήρας ο κουρέας, το μαγαζί με τα γυαλικά κι
αυτό του Ζαχαρία του Νώε με τα εργαλεία και τα χρώματα. Εμείς στο “σπίτι
με τις ορτανσίες”, είχαμε απέναντί μας τον κυρ-Γιώργο το Λιανό με τα
μπακαλιαράκια, τα συκωτάκια και την αγνή ρετσίνα, που γέμιζε τα βαρέλια
του από τα ασκιά που έφερναν από το χωριό οι Τριανταρίτες που δεν
έφευγαν αμέσως. Έτρωγαν τα μεζεδάκια τους κι έπιναν μπόλικο κρασί και
γύρω στο μεσημέρι, άρχιζαν τους αμανέδες.
  Όταν η αποθήκη με τα ζαρζαβατικά  του κυρ Ανδρέα του Μηλιού και της
κυρά Φρόσως, έκλεισε , όπως και το καφενείο του κυρ Μιχαλάκη του
Ευρυπιώτη, ήρθε ο Βαγγέλης ο Φωτεινιάς κι άνοιξε καφενείο με τζουκ-μποξ,
που δεν με άφηνε να διαβάσω στις Πανελλήνιες γιατί έπαιζαν συνεχόμενα
την επιτυχία της εποχής ” Αν δεν είχα κι εσένανε τί θα ήμουν στη γή”.
  Από κάτω στην παραλία είχαμε το Φαρμακείο του Μιχ. του Κρικελή, που το
χρειαζόμαστε συχνά για ιώδιο και τραυμαπλάστ στα γόνατα, μιας κι ήμαστε
τρία αγόρια στην οικογένεια.. Στον παλιό δρόμο ήταν επίσης ένα μικρό
μαγαζάκι- καπνοπωλείο του θείου Χαράλαμπου του Αθηναίου κι απέναντι το
κρεοπωλείο “το Σεβδίκιοϊ”
Όταν μας άφηνε το καλοκαίρι και κρύωνε λίγο ο καιρός χιλιάδες πουλιά
γέμιζαν τις νότιες ακτές της Τήνου με τους κυνηγούς ντόπιους και ξένους
να γεμίζουν τους ματωμένους σάκους τους με πουλιά… Τα ψυγεία τότε
κρατούσαν ψύξη για μια μέρα με μισή παγοκολόνα από το παγοποιείο του
Κοντογιώργη. Τα περισσότερα από τα πουλιά, αδύνατον να καταναλωθούν
άμεσα, πουλιόνταν στον Μπαλαρδάκη που άπλωνε με σύρματα πάνω από τα
κεφάλια των περαστικών κατά εκατοντάδες, ορτύκια, τρυγόνια,
μελισσουργούς… μακάβρια θύματα μιας άνισης μάχης, για να πουληθούν
στις οικογένειες , που δεν είχαν κυνηγούς ή για να σταλούν στην Αθήνα
στο Τηνιακό καφενείο, με το πλοίο της ημέρας για τους συγγενείς της
Αθήνας.
Τώρα όλοι αυτοί οι πρωταγωνιστές της γειτονιάς αναπαύονται στα
οστεοφυλάκια και μας κοιτούν από ψηλά λέγοντας ιστορίες στα καφενεδάκια
και τις βεγγέρες του Παράδεισου. Στο Βρέκαστρο δεν περνούν αποδημητικά
πια. Μόνο κάποια κοράκια υπάρχουν, λίγα περιστέρια και μερικά
σπουργίτια, γιατί οι άνθρωποι παρεξήγησαν το “κυριεύσατε την γην” και
προσπαθούν από απληστία ,τον άλλοτε Παράδεισο να τον κάνουν Κόλαση!