2024 Τάσος Αναστασόπουλος (Διήγημα)
Δεν ήξερα πως την έλεγαν. Ερχότανε σιγά σιγά κοντά στην πλώρη του πλοίου σκοτεινή και
γεμάτη μυστήριο, διογκωμένη στην παιδική μου φαντασία από τις εικόνες που μέχρι τότε
μαζευότανε σκόρπιες μέσα μου.
Επιτέλους τέλειωνε το δώδεκάωρο ταξίδι σε μια άγνωστη και επικύνδινη, μολις
μεταπολεμική θάλασσα του Αιγαίου.Το βαπόρι έκοψε ταχύτητα και ό θόρυβος της μηχανής
του πήρε ένα ευχάριστο ρυθμό.
Αλυσσίδες ακούστηκαν, άγκυρες πέσανε με παφλασμό στην ήρεμη θάλασσα του λιμανιού
και νά το θάυμα. Ξαφνικά η σκοτινή στεριά με την άφιξη του πλοίου φωτίζεται και στην
κορυφή της νυκτερινής πόλης άγνωστης τότε για μένα, εμφανίζεται σαν ένα ουράνιο τόξο ένα
παράξενο κτίσμα, όλοι σταυροκοπιούνται, άλλοι γονατίζουν στο ξύλινο κατραμομένο
κατάστρωμα τα μωρά στις αγκαλιές των μανάδων άφωνα από τον γενικό εκστασιασμό.
Φτάσαμε λοιπόν στην Τήνο. Μπροστά μας η ολόφωτη εκκλησία της Παναγιάς της
Ευαγγελίστριας άκουσμα πολυπόθητο και τοπίο απροσπέλαστο στα χρόνια του πολέμου. Με
τις σκέψεις αυτές κάποιος μεγάλος γυρίζη πρός την εξωτερική πλευρά του λιμανιού και μας
λέει: Εδώ βρίσκονται στο βυθό, εκείνοι που έδωσαν την ζωή τους για να μπορούμε εμείς
σήμερα να είμαστε ελέυθεροι. Φυσικά δεν κατάλαβα τίποτα, η περιέργεια μου είτανε πώς θα
βγούμε από το πλοίο, που τότε δεν πλέυριζε στην αποβάθρα.
Θυμάμαι, το πλήρωμα κατέβασε μία ξύλινη κρεμαστή σκάλα. Οι πρώτοι επιβάτες άρχισαν
να κατεβαίνουν κρατώντας ένα πλαινο συρματόσχοινο ενώ η σκάλα κλύδωνιζότανε
επικύνδινα με προοπτική να αδιάση το κόσμο για ένα δροσερό μπάνιο.
Στο τέλος όμως της σκάλας και κοντά στην επιφάνια του νερού δύό στιβαρά χέρια σε
άρπαζαν, τα χέρια των βαρκάρηδων, και σε τοποθετούσαν στριμωγμένο στον ξύλινο πάγκο
της βάρκας. Φυσικά προτεραιότητα είχαν τα παιδιά στην εναέρια προσγείωση από την ξύλινη
σκάλα στον πάγκο της βάρκας, και οι νέες κυρίες. Μάχη γινόταν ποιός θα τις βοηθήση σ’ αυτή
τη μεταφορά. Θυμάμαι μετά από την υπερφόρτωση της βάρκας κατέβαιναν χέρι χέρι τα
μπαούλα, οί βαλίτσες καί τα ταγάρια των επιβατών καί τα τοποθετούσαν στην πλώρη της
μαούνας.
Επιτελους ακουγότανε το μόλα, μόλα τα σχοινιά, οι βαρκάρηδες έσπρωχναν με τα πόδια
τους τα πλευρά του καραβιού και η βάρκα ξεκολούσε αργά και δυσκίνητα πρός την αποβάθρα.
Ελαμναν με γοργή μαχητικότητα με το νερό ώστε η θαλάσσια χελώνα που μας μετέφερε πρός
την στεριά, έπαιρνε μια σταθερή ταχύτητα. Τότε οι γονεις μου και όλοι οι επιβάτες έδιναν την
δραχμή τους, ευτυχώς όχι τον οβολό τους για την Αχερούσια, τίμημα της μεταφοράς.
Ήταν τόσο γεμάτη η βάρκα ώστε το νερό έφτανε μέχρι το απάνω μέρος της καί κινδύνευε να
μας μουσκέψη. Τότε γλυστρούσαμε τα χέρια μας μέσα του. Τι γλυκιά αίσθηση να βουτάς το
χέρι σου στο ζεστό θαλασσινό νερό μες τη νύχτα, από την χαμηλή κουπαστή της βάρκας.
Φτασαμε λοιπόν, στην μεχρι τότε άγνωστη στεριά της Τήνου, με τις ελπίδες των μεγάλων
και την βεβαιότητα ότι θα υλοποιηθούν κι ότι η Παναγιά θα είναι από δω και πέρα ο
καπετάνιος στη ζωή τους. Οι μικροί περιοριστήκαμε να εκστασιαζόμαστε από ότι άγνωστο
γινότανε τριγύρω μας μετά από παιδικά χρόνια κατοχής και βαρβαρότητας στην μεγάλη πόλη.
Από τότε μες στο παιδικό μου μυαλό η Τήνος επιλέχθηκε σαν μία ελέυθερη πραγματικότητα.